Οι φυσικοί εξετάζουν τα παραφυσικά φαινόμενα

Θέματα όπως τα φαντάσματα, οι προαισθήσεις, το διάβασμα της σκέψης, το λύγισμα των κουταλιών με τη σκέψη ή άλλα παρόμοια παραφυσικά μυστήρια, είναι για τους περισσότερους φυσικούς ανύπαρκτα ή ότι  βρίσκονται στη φαντασία των ανθρώπων. Αυτά τα παραψυχολογικά ή παραφυσικά φαινόμενα, που γίνονται αισθητά με τις πέραν  των αισθήσεων μας ικανότητες ή δεν μπορούν να εξηγηθούν με τους φυσικούς νόμους, γίνονται τα τελευταία χρόνια αντικείμενο έρευνας και των φυσικών.

5208

Οι φυσικοί όμως βλέπουν τα φαινόμενα σκεπτικιστικά. Προσπαθούν να τα επαναλάβουν στο εργαστήριο για να βρουν αν υπακούουν ή όχι σε φυσικούς νόμους. Αλλά για να κάνουν πειράματά πρέπει να συνεργαστούν με ορισμένα ‘προικισμένα’ άτομα, που να έχουν τέτοιες ικανότητες.

Τα παραφυσικά φαινόμενα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει τις περιπτώσεις της διόρασης, της τηλεπάθειας, της γνώσης μελλοντικών γεγονότων. Είναι τα φαινόμενα της παρ’ αίσθησιν αντίληψης.

Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τυχαία φαινόμενα που επηρεάζονται από τη σκέψη ή τη θέληση ενός ατόμου. Τέτοια φαινόμενα είναι το ρίξιμο των χαρτιών ή των ζαριών, το λύγισμα ενός κουταλιού ή η μετακίνηση από μακριά κλπ.

Για να αποδειχθούν στην πράξη όμως με πειράματα πρέπει να είναι επαναλήψιμα σε εργαστήρια της φυσικής.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι τα πειράματα παραψυχολογίας δεν είναι επαναλήψιμα, γιατί αυτό οφείλεται στην αδυναμία της φυσικής. Και φέρνουν σαν παράδειγμα ότι οι συσκευές στη φυσική δουλεύουν καλά με ποσότητες πάνω από μια ορισμένη τιμή. Έτσι και στα παραφυσικά φαινόμενα, ισχυρίζονται, δεν υπάρχουν μηχανήματα που να μετρούν τις πολύ μικρές ποσότητες με τις οποίες δουλεύουν τα παραφυσικά φαινόμενα.

Αλλά οι πιο πολλοί άνθρωποι, παρόλο που τα παραφυσικά φαινόμενα δεν μπορούν να εξηγηθούν με τη βοήθεια της φυσικής, έχουν γι’ αυτά τα φαινόμενα μια τελείως προσωπική θετική στάση. Αυτό δείχνουν και οι περισσότερες  δημοσκοπήσεις. Πολύς κόσμος πιστεύει σε τέτοια φαινόμενα. Γιατί θεωρούν ότι κάτω από την επιφάνεια της συνείδησης και της κοινής λογικής υπάρχουν κινητήριες δυνάμεις που προκαλούν ανεξήγητα φαινόμενα. Μήπως, όμως, αυτό που τώρα είναι έξω από τη λογική της επιστήμης, θα είναι αργότερα κοινό κτήμα των ανθρώπων;

Ιστορική αναδρομή

Οι περισσότεροι επιστήμονες φυσικοί αντιμετωπίζουν  πιθανώς τα παραφυσικά φαινόμενα είτε σαν σαχλαμάρες είτε σαν μη αντάξιος σοβαρής μελέτης. Όμως, εδώ και πολλά χρόνια το θέμα αυτό έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον διάφορων διαπρεπών φυσικών.

Για παράδειγμα οι Λόρδος Rayleigh, J.J. Thomson και Oliver Lodge, ήταν όλοι τους ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας για την Ψυχική Έρευνα, η οποία ιδρύθηκε το 1882 από τους συνεργάτες του Trinity College για τη μελέτη «εκείνων των ικανοτήτων του ατόμου, αληθινές ή υποτιθέμενες, οι οποίες εμφανίζονται να είναι ανεξήγητες σε κάθε γενικά αναγνωρισμένη υπόθεση». Αργότερα μέλος της υπήρξε και ο αστρονόμος C. Flammarion.

Ο μεγάλος Άγγλος φυσικός Oliver Lodge, το 1884, είχε επιβεβαιώσει πειράματα τηλεπαθητικής μεταβίβασης.

Το 1888 ιδρύεται μια αντίστοιχη εταιρεία και στις ΗΠΑ, ενώ αργότερα ακολούθησαν η Γαλλία, η Ολλανδία, η Ιταλία, η ΕΣΣΔ και φυσικά η Ελλάδα.

Αλλά αν πάμε στο παρελθόν, συναντάμε κορυφαίους επιστήμονες σαν τον Κέπλερ, με πίστη στην αστρολογία, που έλεγε ότι «τίποτα δεν γίνεται στον ουρανό που να μην γίνεται με κάποιο κρυφό τρόπο αισθητό από τις δυνάμεις της Γης. Οι πνευματικές δυνάμεις εδώ στη Γη επηρεάζονται όσο και ο ίδιος ο ουρανός».

Ο Leibniz συνταράχθηκε όταν έμαθε για τα κατορθώματα του ‘Άγιου της εποχής του, Ιωσήφ του Copertino. Ο ασκητής αυτός σε κατάσταση έκστασης φαίνονταν να παραβιάζει τη βαρύτητα αιωρούμενος πάνω από το έδαφος.

Ο μεγάλος Νεύτωνας πέρασε τα τελευταία του 20 χρόνια, βυθισμένος σε μελέτες αποκρυφιστικές καθώς και στην αλχημεία.

Στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, οι B. Steward, W.Crookes και W.Barett ήταν ένθερμοι μελετητές της παραψυχολογίας. Ο Crookes, από τους μεγαλύτερους φυσικούς, μάλιστα το 1883 δημοσίευσε περιγραφές φαινομένων ακαυστίας και τηλεκίνησης. Φυσικά είχε συγκεντρώσει τόσα ειρωνικά σχόλια στην εποχή του, που ακόμα και σήμερα στο περίφημο Science Museum στο Λονδίνο, υπάρχουν στην αίθουσα όπου εκτίθενται οι ανακαλύψεις του αυτά τα σχόλια.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο J. Rhine, στο Πανεπιστήμιο Duke της Αμερικής, εισήγαγε στατιστικές μεθόδους κι ένα πλέγμα αυστηρών ελέγχων στα φαινόμενα της τηλεπάθειας, διόρασης και πρόγνωσης. Έτσι, η παραψυχολογία άρχισε να παίρνει άλλες, επιστημονικές κατά κάποιο τρόπο, διαστάσεις. Με τα πειράματά του ο Rhine επί τριάντα χρόνια, βρήκε ότι μερικά άτομα μάντευαν ορισμένα χαρτιά σε ποσοστό πάνω από τους νόμους της στατιστικής.

Άλλοι όμως, σαν τον Shannon τον πατέρα της θεωρίας των επικοινωνιών ή το μαθηματικό W. Weaver,  αρνήθηκαν την ερμηνεία του Rhine. 

Ο H. Schmidt, διάδοχος του Rhine στο εργαστήριο του, δούλεψε κι αυτός συστηματικά με πειραματικές συσκευές για να βρει άτομα προικισμένα με άλλου είδους ικανότητες.

Στην πρώην Σοβιετική Ένωση, θα δούμε επιστήμονες σαν τον Sergeyev στο Πανεπιστήμιο του Λένινγκραντ,  να ασχολούνται πειραματικά με τα φαινόμενα της παραψυχολογίας, με τη συμμετοχή ατόμων με ισχυρές ικανότητες. Ένα τέτοιο άτομο ήταν η Nina Kulagina που μπορούσε να μετακινήσει με τη δύναμη του νου μικρά αντικείμενα, όπως σπίρτα.

Ο Sergeyev απέδιδε την τηλεκίνηση στο γεγονός ότι η Nina Kulagina, με την οποία έκανε τα πειράματα, τη στιγμή της συγκέντρωσης γινόταν πηγή υπεριώδους ακτινοβολίας. Ο έντονος ιονισμός που προκαλεί στον αέρα μπορεί, σύμφωνα με τον Sergeyev, να μετακινήσει τα σπίρτα.

Ο καθηγητής των μαθηματικών J. Taylor στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, συνεργάστηκε με τον διάσημο για τις παραφυσικές ικανότητές του Ισραηλίτη Uri Geller για πειράματα παραψυχολογίας και πίστευε ότι η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπει ο Geller συντονίζει τα ηλεκτρόνια του αντικειμένου, τα οποία έτσι παραμορφώνονται από μακριά.

Το 1974 το φημισμένο για την εγκυρότητα του περιοδικό Nature δημοσιεύει μια μελέτη των φυσικών R. Targ και H. Puthoff, του Πανεπιστημίου του Stanford, για τις ικανότητες του Uri Geller. Στην εργασία τους βεβαιώνουν για τις μαντικές ικανότητες του Geller καθώς και την τηλεπαθητική μεταβίβαση σχεδίων, σε απίστευτα αυστηρές συνθήκες με τις οποίες διεξήχθησαν τα πειράματα.

Μια στατιστική έρευνα του Michel Gauquelin, τη δεκαετία του ’60, έδειξε ότι το ιατρικό επάγγελμα ήταν πολύ συχνότερο σε άτομα που ο Κρόνος ή ο Άρης είχαν κάποιο ορισμένο ύψος στον ουρανό όταν γεννήθηκαν.

Και τέλος το 1951 ο ραδιομηχανικός J.Nelsen δημοσίευσε εμπειρικούς κανόνες που έδειχναν ότι οι θέσεις των πλανητών επηρέαζαν τις τηλεπικοινωνίες στα βραχέα κύματα. 

Σημερινή κατάσταση

Σήμερα, πολλοί επιστήμονες συμμετέχουν σε διάφορες έρευνες που γίνονται για τα παραφυσικά φαινόμενα και δημοσιεύουν τις εργασίες τους σε επιστημονικά περιοδικά.

Για παράδειγμα, κάποιες έρευνες στο Berkeley έχουν δείξει ότι οι προσευχές παρατείνουν τη ζωή των ασθενών, ακόμα κι όταν οι ασθενείς δεν γνωρίζουν ότι κάποιος προσεύχεται γι’ αυτούς.

Δυστυχώς όμως, αυτοί οι επιστήμονες θεωρούνται αιρετικοί και δεν σχολιάζονται καν οι έρευνες τους. Παρόλο, που όσοι ασχολούνται με αυτά τηρούν όπως λένε κάποιους δεοντολογικούς κανόνες της επιστήμης.

Ένας από αυτούς, τους αιρετικούς επιστήμονες, είναι και ο φυσικός Brian Josephson, από το εργαστήριο Cavendish στο Κέιμπριτζ, που το 1973 πήρε Νόμπελ για τις εργασίες του πάνω στους υπεραγωγούς.

Σήμερα, διευθύνει το Πρόγραμμα Ενοποίησης Σκέψης – Ύλης (Mind-matter unification project) στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, με σκοπό να βρει με ποιο τρόπο εργάζεται ο εγκέφαλος, ερευνώντας θέματα όπως η γλώσσα και η συνείδηση. Μεταξύ των άλλων μελετάει βαθιά και τις θεμελιώδεις συνδέσεις μεταξύ της μουσικής και του νου.

Προκαλεί όμως τους αντιρρησίες φυσικούς για τη θεωρητική έρευνα, που πραγματοποιεί, πάνω στη φύση των παραφυσικών φαινομένων, ένα πεδίο που είναι γνωστό ως παραψυχολογία.

«Μας ασκείται πραγματικά μια μεγάλη πίεση προκειμένου να μην κρατούμε σε τέτοια θέματα θετική στάση», αναφέρει ο Brian Josephson.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πειράματα, κατά τον Josephson, είναι το Πρόγραμμα Παγκόσμιας Συναίσθησης (Global Consciousness Project), το οποίο καταγράφει τους τυχαίους αριθμούς που παράγουν συσκευές επί τη βάσει ηλεκτρονικού θορύβου.

Ο διευθυντής του Προγράμματος Roger D. Nelson δηλώνει ότι – για ανεξήγητους λόγους – η κατανομή των τυχαίων αριθμών αλλάζει αισθητά κατά τη διάρκεια κρίσεων, με αξιοσημείωτο τέτοιο παράδειγμα την 11η Σεπτεμβρίου του 2001.

Σκεπτικισμός

Από την άλλη πλευρά, οι σκεπτικιστές επιμένουν ότι τέτοια στοιχεία δεν τους πείθουν. Ο Terence M. Hines,  ένας καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Pace της Νέας Υόρκης, λέει για παράδειγμα ότι οι περί προσευχών μελέτες που έχει δει ήταν ελλιπώς σχεδιασμένες – κριτική που ωστόσο διατυπώνεται και για πολλές άλλες επιστημονικές έρευνες. Μια πρόσφατη και μεγαλύτερης κλίμακα μελέτη κατέληξε ότι οι προσευχές αγνώστων δεν βελτίωσαν την υγεία ασθενών που χειρουργούνταν στην καρδιά.

«Ακόμη γενικότερα», δηλώνει ο Hines, «τα δεδομένα που ισχυρίζονται ότι αφορούν εκδήλωση παραφυσικών φαινομένων βρίσκονται πάντα στα ακρότατα όρια του αντιληπτού». Καθώς οι επιστήμονες μαθαίνουν νέα στοιχεία για ένα φαινόμενο, αναπροσαρμόζουν και επαναρυθμίζουν τα πειράματα τους προκειμένου να εμφανιστούν ευκρινέστερα τα όποια νέα στοιχεία. «Στον χώρο της έρευνας των παραφυσικών φαινομένων κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, παρά τα χρόνια δουλειάς στον τομέα», συμπληρώνει ο Hines.

Ίσως ο κυριότερος λόγος που η πλειονότητα των επιστημόνων απορρίπτει την παραφυσική έρευνα είναι ότι κανένας δεν έχει πλήρη απάντηση στο πώς το μυαλό αλληλεπιδρά με τον φυσικό κόσμο. Ακόμη και ο Josephson το παραδέχεται: «Θα πρέπει να είναι κάτι που δεν έχουμε εντοπίσει στα φυσικά πειράματα. Νομίζω ότι αν μπορέσουμε να βρούμε ένα μοντέλο εκδήλωσης του φαινομένου, τότε οι άνθρωποι θα στραφούν στη μελέτη του».

Σε ένα άρθρο στην εφημερίδα Observer, ο David Deutsch, ένας κβαντικός φυσικός στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, περιέγραψε τους ισχυρισμούς του Josephson σαν «ολοκληρωτικά σκουπίδια» και συνέχισε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ότι τα παραφυσικά φαινόμενα υπάρχουν στην πραγματικότητα. Κι όταν ρωτήθηκε από το περιοδικό Physics World εάν τα  παραφυσικά φαινόμενα μπορούν να γίνουν μια ευυπόληπτη περιοχή της έρευνας, ο Deutsch φάνηκε ιδιαίτερα καυστικός και περιφρονητικός. «Την ημέρα που ο Άγιος Βασίλης θα γίνει πεδίο έρευνας».

Επιδιώξεις των παραφυσικών ή παραψυχολογικών φαινομένων

Αν και όπως είπαμε η παραψυχολογία δεν λαμβάνεται σοβαρά από τους περισσότερους φυσικούς, αντιμετωπίζεται τώρα τελευταία πιο σοβαρά στον ευρύτερο ακαδημαϊκό κόσμο, ειδικά στα τμήματα της ψυχολογίας. Περίπου σε 50 άτομα στα Πανεπιστήμια της Μεγάλης Βρετανίας έχουν απονεμηθεί διδακτορικά PhD στην παραψυχολογία, και 15 από αυτούς έχουν λάβει μόνιμες ακαδημαϊκές θέσεις στα Πανεπιστημιακά τμήματα, σύμφωνα με τον Bernard Carr, έναν καθηγητή της κοσμολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

«Ακόμα κι αν κάποιος θεωρεί την πιθανότητα της υπεραισθησιακής (extrasensory) αντίληψης να είναι στην πράξη μικρή, η σημασία της απόδειξης της θα ήταν τόσο μεγάλη που είναι σίγουρα αξίζει η προσπάθεια στη μελέτη της», λέει ο Carr.

Συνέδριο για τα παραφυσικά φαινόμενα στο Κέιμπριτζ

«Η ερώτηση εάν υπάρχουν πραγματικά τα παραφυσικά φαινόμενα χωρίζει τα μορφωμένα μέλη του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού τόσο πολύ, όσο οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Εάν είναι αληθινό ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να λαβαίνει  μηνύματα και να ελέγχεται με τρόπους που δεν μπορούν να εξηγηθούν κανονικά, τότε αυτό υπονομεύει τις πεποιθήσεις των περισσότερων επιστημόνων και βρίσκεται σε αντίθεση με την άποψη των περισσοτέρων επιστημόνων που ερευνούν πραγματικά τον εγκέφαλο.»

Αυτό ανέφερε ο Οράτιος Barlow, ένας φυσιολόγος από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, σε μια μοναδική διεπιστημονική συνεδρίαση στο Κέιμπριτζ.

Η συνεδρίαση αυτή συγκέντρωσε 50 επιστήμονες από το χώρο της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής και της φυσικής, για να συζητήσουν τις «λογικές προοπτικές των παραφυσικών φαινομένων».

Πολλοί από τους συμμετέχοντες στη διάσκεψη, συμπεριλαμβανομένου και του Barlow, είναι ιδιαίτερα δύσπιστοι για την ύπαρξη των παραφυσικών φαινομένων. Οι ισχυρισμοί για φαντάσματα, εξωγήινων απαγωγών και της κάμψης μόνο με τη δύναμη του νου των κουταλιών βασίζονται συχνά σε αμφίβολα στοιχεία, ενώ οι προσπάθειες από τους παραψυχολόγους να αναπαραχθούν τα παραφυσικά φαινόμενα κάτω ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες είναι γεμάτες με δυσκολίες. Τα θετικά αποτελέσματα δεν είναι ασυνήθιστα, αλλά σπάνια είναι επαναλαμβανόμενα. Επιπλέον, πολλά φαινομενικά παράξενα φαινόμενα έχουν εξηγηθεί εν συνεχεία από την επιστημονική κοινότητα.

Σύμφωνα με τον κοσμολόγο του πανεπιστήμιο του Λονδίνου, Bernard Carr, υπεύθυνο της διάσκεψης των επιστημόνων, τα παραφυσικά φαινόμενα χωρίζονται σε τρεις βασικές κατηγορίες.

Πρώτα υπάρχουν τα «ψευδο-ψυχικά φαινόμενα», τα οποία μπορούν στην πραγματικότητα να έχουν μια πολύ απλή φυσική εξήγηση. Κάποια είδη φαινομένων με φαντάσματα, παραδείγματος χάριν, μπορούν να ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. «Αυτά τα φαινόμενα δεν είναι πραγματικά ψυχικά, αλλά παρερμηνεύονται συχνά με αυτήν τη μορφή», εξηγεί ο Carr.

Δεύτερον, υπάρχουν φαινόμενα – όπως η εξωσωματική εμπειρία αλλά και οι εμπειρίες όταν κάποιος είναι κοντά στο θάνατο. Επίσης, η ύπνωση και οι εμφανίσεις φαντασμάτων – που μπορούν να βρίσκονται εξ ολοκλήρου μέσα στο μυαλό του κόσμου και δεν περιλαμβάνουν απαραιτήτως οποιαδήποτε αλληλεπίδραση με το φυσικό κόσμο.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία, ο κόσμος έχει τέτοιες εμπειρίες,» λέει ο Carr, «αλλά το ζήτημα είναι πώς τα ερμηνεύουμε αυτά; Αντιστοιχούν σε κάποια μορφή της πραγματικότητας υψηλής αντίληψης, ή είναι απλώς παραισθήσεις; Θα ήταν εύκολο να απομακρυνθούν τα φαντάσματα, παραδείγματος χάριν, καθώς δεν είναι τίποτα άλλο παρά οπτικές παραισθήσεις, αλλά μερικές φορές στις εμφανίσεις αυτές συμμετέχουν πολλά άτομα ή περιέχουν πληροφορίες για τον πραγματικό κόσμο, που τα κάνει πιο ενδιαφέροντα.»

Ο τρίτος τύπος παραφυσικών φαινομένων περιλαμβάνει την άμεση αλληλεπίδραση του μυαλού με το φυσικό κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της τηλεπάθειας, της διόρασης και της ψυχοκίνησης. Ένα παράδειγμα ψυχοκίνησης δόθηκε από τη Φωτεινή Παλληκάρη, καθηγήτρια της Φυσικής Στερεάς Κατάστασης στο Φυσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας.

Η ίδια ανέλυσε στοιχεία από μια ομάδα γερμανών ψυχολόγων, οι οποίοι προσπάθησαν να δουν εάν οι άνθρωποι μπορούν να επηρεάσουν υποθετικά τυχαίες φυσικές διαδικασίες. Οι ψυχολόγοι χρησιμοποίησαν ηλεκτρονικό «θόρυβο» από μια δίοδο, ο οποίος περιλάμβανε μια σειρά τυχαίων θετικών και αρνητικών παλμών, που αναφέρονταν σαν 0 και σαν 1. Τα σήματα αυτά τροφοδότησαν έναν υπολογιστή, και ζητήθηκε αργότερα από τους ανθρώπους να ‘επηρεάσουν’ διανοητικά τη στατιστική κατανομή εκατομμυρίων τέτοιων δυαδικών bits.

Αν και οι συμβατικές στατιστικές βρήκαν ότι οι άνθρωποι, που συμμετείχαν σε αυτό το διανοητικό πείραμα, δεν είχαν καμία επίδραση στο μέσο όρο.

Όμως με μια εναλλακτική στατιστική προσέγγιση, με την οποία ψάχνουν οι επιστήμονες για συσχετισμούς και χρονική περιοδικότητα όταν έχουν πολλά δεδομένα, πήραν μια διαφορετική εικόνα. Εμφανίστηκε να δείχνει ότι ο νους θα μπορούσε ασθενώς να στηρίξει μια ορισμένη ‘κατεύθυνση’ τυχαίων συμβάντων, όπως για παράδειγμα μια σειρά από το μηδέν και το ένα.

Με άλλα λόγια, ο συμμετέχων σε αυτό το διανοητικό πείραμα θα μπορούσε να επιδράσει πάνω στη σειρά που εναλλάσσονται τα δυαδικά ψηφία στον χρόνο, ακόμα κι αν η μέση τιμή τους παρέμεινε αμετάβλητη.

Ένας από τους συμμετέχοντες, και από τους κύριους εμπνευστές του συνεδρίου μαζί με τον Bernard, ήταν και ο Brian Josephson. Ο Josephson, που είναι Νομπελίστας φυσικός από το φημισμένο εργαστήριο του Cavendish στο Κέιμπριτζ της Αγγλίας, προσπαθεί να διευκρινίσει τους φυσικούς μηχανισμούς πίσω από τέτοια φαινόμενα. Με ποιο τρόπο δηλαδή οι οργανισμοί μπορούν να μάθουν να προκαταλαμβάνουν τις στατιστικές.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ του νου και της ύλης είναι ένας από τους βασικούς λόγους που εξηγεί γιατί οι φυσικοί ενδιαφέρονται για τα παραφυσικά φαινόμενα.

«Η κβαντομηχανική, μετά από όλα αυτά, είναι η πρώτη θεωρία στη φυσική στην οποία ο ρόλος του παρατηρητή πρέπει να ληφθεί υπόψη», εξηγεί ο Carr. «Δεν μπορείτε να διαχωρίσετε τον παρατηρητή από το σύστημα που παρατηρείται, αν και ο ακριβής ρόλος της συνείδησης σε αυτήν την διαδικασία παραμένει αμφισβητούμενος.»

Ο καθηγητής των μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Roger Penrose, με έντονη δραστηριότητα και στη Θεωρητική Φυσική, έχει προσπαθήσει ήδη να χρησιμοποιήσει την κβαντομηχανική για να εξηγήσει τη φύση της συνείδησης στο νου, και μερικοί φυσικοί θεωρούν ότι η κβαντομηχανική χρειάζεται να στραφεί στην ενσωμάτωση των παραφυσικών αποτελεσμάτων.

Ο Henry Stapp από το Εργαστήριο Lawrence του Μπέρκλευ στις ΗΠΑ, έχει αναπτύξει μια κβαντομηχανική θεωρία με ποιό τρόπο ο κανονικός εγκέφαλος αλληλεπιδρά με το νου, και θεωρεί ότι η θεωρία του θα μπορούσε να αλλάξει για να προσαρμόσει ορισμένα παραφυσικά αποτελέσματα, εάν υπάρχουν. «Αλλά ένα τέτοιο γεγονός αναστατώνει πολύ τη λογική και την αισθητική ενότητα της κβαντικής θεωρίας, και θα ήμουν πολύ απρόθυμος να πιστέψω ότι οποιοδήποτε τέτοιο πράγμα συμβαίνει πραγματικά», λέει.

Αλλά ο Basil Hiley, ένας θεωρητικός φυσικός από το Κολέγιο Birkbeck στο Λονδίνο, θεωρεί ότι η συμβατική κβαντομηχανική δεν θα είναι σε θέση να υπολογίσει τα παραφυσικά φαινόμενα, εάν υπάρχουν. «Οι κβαντικές διαδικασίες παρέχουν μια ένδειξη για την κατανόηση του νου, αλλά πρέπει να πάμε πέρα από αυτό. Χρειαζόμαστε ένα εκτεταμένο κβαντικό φυσικαλισμό», λέει.

Ο Carr υπερασπίζεται τους φυσικούς που μελετούν τα παραφυσικά φαινόμενα, επισημαίνοντας ότι αρκετή από τη «συμβατική» σύγχρονη φυσική είναι η ίδια ιδιαίτερα θεωρητική.

Ο ίδιος αναφέρει: «Μερικοί μπορεί να πουν ότι υπάρχουν λιγότερες αποδείξεις για τις υπερχορδές από όσο υπάρχουν για τα ESP και τουλάχιστον ας προσπαθήσουμε να επαναλάβουμε τα παραφυσικά φαινόμενα στο εργαστήριο».

Ένα πρόβλημα για τους ερευνητές που έχουν ενδιαφέρον για τα παραφυσικά φαινόμενα είναι ότι το θέμα αυτό δεν κρίνεται γενικά ότι είναι άξιο σεβασμού από την επιστημονική κοινότητα. Αυτός μπορεί να αλλάξει καθώς σχετικά θέματα, όπως είναι η συνείδηση, εισχωρούν στην επικρατούσα τάση, αλλά για πολλούς τώρα ερευνητές μελετούν τα παραφυσικά φαινόμενα ως χόμπι ή ως πάρεργο στη βασική τους έρευνα.

Το τελικό συμπέρασμα βγαίνει από τον Barlow: «Δεν θεωρώ ότι το θέμα αυτό θα κάνει κάποια πρόοδο, εκτός κι αν είμαστε αρκετά απροκατάληπτοι για να αποδεχθούμε τη δυνατότητα των υπερφυσικών ενεργειών, και το σπουδαιότερο πρέπει να εγκαταλείψουμε τις αξιώσεις ότι είναι ψεύτικες.»